αποπλάσσομαι


αποπλάσσομαι
ἀποπλάσσομαι (Α)
απομιμούμαι, αναπαριστάνω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποπλαχθέντα — ἀποπλάσσομαι model aor part mp neut nom/voc/acc pl ἀποπλάσσομαι model aor part mp masc acc sg ἀποπλάζω lead away from aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀποπλάζω lead away from aor part pass masc acc sg ἀποπλᾱχθέντα , ἀποπλήσσω cripple by a… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπλάττεσθαι — ἀποπλάσσομαι model pres inf mp (attic) ἀποπλά̱ττεσθαι , ἀποπλήσσω cripple by a stroke pres inf mp (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπλάττεται — ἀποπλάσσομαι model pres ind mp 3rd sg (attic doric aeolic) ἀποπλά̱ττεται , ἀποπλήσσω cripple by a stroke pres ind mp 3rd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπλαττομένας — ἀποπλαττομένᾱς , ἀποπλάσσομαι model pres part mp fem acc pl (attic) ἀποπλαττομένᾱς , ἀποπλάσσομαι model pres part mp fem gen sg (attic doric aeolic) ἀποπλᾱττομένᾱς , ἀποπλήσσω cripple by a stroke pres part mp fem acc pl (attic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)